διήγημα

Κώστας Καρυωτάκης

Αδέσποτο τραγούδι

Λάζαρος Οικονόμου

 

 

Η επιστροφή στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη είναι πολύτιμη και υπογραμμίζει την αντοχή του στο χρόνο. Η γνησιότητα, η ιδιοτυπία , το προσωπικό στοιχείο του στίχου του μπορεί να το δει, να το εκτιμήσει και να το χαρεί ο καθένας, ακόμα κι αν δεν έχει εξοικείωση με την ποίηση. Ένας αμετακίνητος στόχος, καθημερινής δοκιμασίας της ψυχής, ένας αγώνας που δόθηκε για να μετουσιωθούν τα αισθήματα, η οργανωμένη σκέψη, οι ιδέες σε στεναγμό, σε ωραίο στίχο. Ο Καρυωτάκης δεν ακολούθησε το δρόμο της κραυγής, δεν κραύγασε ποτέ, γι’ αυτό ζει πάντα και μας συνεπαίρνει, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα με τη δυναμική της ποίησης του. Η φωνή του είναι αυθεντική, αναγνωρίζεται αμέσως από την καθαρότητά της, το βάθος του ήχου της. Η καταφυγή στο έργο του συναντά την ανάγκη της αναμέτρησης με την εσωτερική βίωση και την εναντίωση απέναντι στην κοινωνική καταστροφή, στην αντικειμενική πραγματικότητα. Η αγωνία της ύπαρξης γίνεται ανεκτή όταν εκφράζεται ποιητικά, όταν αποτυπώνεται με τη μουσικότητα των στίχων. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger) αναφέρει, « ο ανώτατος τύπος αγωνίας είναι η αγωνία για την ίδια μας την ύπαρξη, για τις πιθανότητες να πλάσουμε το είναι μας, το ίδιο το πεπρωμένο μας, μπροστά στο γεγονός του θανάτου».

Ο Καρυωτάκης βίωσε τη λαχτάρα της φυγής, μια φυγή από την αντικειμενική πραγματικότητα και μια νοσταλγία για το ανθρώπινο. Ένα αίτημα της νεότητας που επαναστατεί, αναστατώνεται μπροστά στο προκαθορισμένο, αναζητώντας την αλλαγή κάπου αλλού. «Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα». Τη φυγή αυτή την κάνει ποίηση, ανακαλύπτοντας ότι η αντικειμενική πραγματικότητα εκτός από σκληρή είναι ταυτόχρονα κωμική και παράλογη. Η τάση προς το παράδοξο τον οδηγεί στη διάνοιξη ενός προσωπικού δρόμου ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, την πραγματικότητα και την παραίσθηση, από όπου προσπαθεί λαχανιασμένα να διαφύγει. Διαμαρτύρεται για τις συμβάσεις, τις καταστάσεις, οι οποίες στέκονται εμπόδιο και συντρίβουν το όραμα, το όνειρο. Και τελικά καταφέρνει να πετύχει κάτι πολύ σπουδαίο, να υποτάξει τον πόνο με τη δυναμική της εικόνας και της μουσικής, ξυπνώντας τη δική μας νοσταλγία, το πάθος και τη συγκίνηση.

Αν και η ψυχική του απομόνωση είναι έκδηλη, ένας οικειοθελής αποκλεισμός, ωστόσο γίνεται φανερός  και ο κοινωνικός χαρακτήρας του έργου του. Ο Γιάννης Δάλλας  επισημαίνει, «ο κόσμος του Καρυωτάκη είναι κόσμος αποκλεισμού. Ο αποκλεισμός ταιριάζει πιο πολύ στην ποίησή του από την παράγωγη έννοια του αδιεξόδου. Σημασιοδοτεί την αντικειμενική αιτία που τον έφερε στην υποκειμενική κατάληξη˙ και την προσωπική του στάση από που περιέχει και άλλες στάσεις, ώσπου από εξομολόγηση φτάνει να γίνει απολογία μιας γενιάς». ( Η διάρκεια του Καρυωτάκη, περιοδ. Ενδοχώρα, τεύχος 34-35, Γιάννινα 1965). Η απομόνωση προκύπτει από την τραγική, στην ουσία της, ύπαρξη του ανθρώπου μέσα σε μια άδικη διάρθρωση της κοινωνίας, αναγκασμένος να τυποποιεί την καθημερινότητα του και να μετατρέπεται σε μηχανή. Ο Καρυωτάκης είχε μια συνείδηση του χρόνου και της ιστορικότητας, διέθετε μια σχεδόν μεταφυσική όραση υπαγορευμένη από την υπαρξιακή του αγωνία. Έβλεπε την ατομική πορεία ως μια πεπερασμένη στιγμή μέσα σε μια άπειρη διάρκεια και η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας κατέληγε σε τραγική πεποίθηση.

Με το πρώτο του βιβλίο «ο Πόνος των ανθρώπων και άλλα πράγματα» – έκδοση του 1919- κέρδισε την επιδοκιμασία των πιο απαιτητικών. Φωτεινός, ελεύθερος, χωρίς καμία βιασύνη στο στίχο, χωρίς να εκφράζει με τεχνικό τρόπο τον πόνο.

Στη δεύτερη συλλογή τα «Νηπενθή», το τραγούδι του γίνεται στεναγμός. Μια εξομολόγηση, η ομολογία ενός ποιητή που δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος από τη θέση του στη ζωή, και κατ’ επέκταση από τη θέση του ανθρώπου ανάμεσα στις δυνάμεις που εξουσιάζουν τον κόσμο. Η τέχνη και η ποίηση γίνεται ένα όπλο, το οποίο προβάλλει κατά της σκληρότητας της ίδιας της ζωής. Με τους στίχους μεταδίδει τη ρευστότητα, όλη τη μουσικότητα της διάθεσής του. Οι στίχοι είναι απαλοί, μελωδικοί και ο λόγος απλός, ανεπιτήδευτος και σαφής αλλά όχι πεζολογικός.

Στο βιβλίο «Ελεγεία και Σάτιρες» παρουσιάζει ένα έργο μεστό, προσωπικό στην ουσία και τη μορφή, ένα έργο τόσο αντιπροσωπευτικό. Θρηνεί, ειρωνεύεται, σατιρίζει σαρκάζει. Ο Καρυωτάκης ειρωνεύεται τύπους, πράγματα, καταστάσεις, ό, τι ξυπνά την οργή, τον οίκτο του, την αηδία. Η ειρωνεία του είναι πάντα λυρική, δεμένη με τον ίδιο του τον εαυτό και συνυφασμένη με ένα πικρό χιούμορ. Κάτω από το γέλιο του υπάρχει ο πόνος κι ένας πνιγμένος λυγμός. Τα ποιήματά του φανερώνουν τη γυμνή αλήθεια. Κι αυτό αποτελεί μια επιλογή με την οποία αρνείται κάθε εκζήτηση. Η τέχνη του Καρυωτάκη δεν γνωρίζει να ψεύδεται, βγαίνει αυθόρμητα αποκαλύπτοντας το βάθος του πόνου. Πλην του πόνου δεν υπάρχει άλλος νόμος βαθύτερος μέσα στο σύμπαν. Δεν περιγράφει, υποβάλλει και δεν εκφράζει τόσο αισθήματα, όσο συναισθηματικές καταστάσεις. Έφτασε στη σάτιρα, για να εξευτελίσει, να ελεεινολογήσει, να ξεσπάσει, καθορίζοντας την ιδεολογική του στάση. Με το να σατιρίζει κανείς την εποχή του, φανερώνει ή ότι έχει πολύ δύναμη και στέκεται κυριαρχικά πιο πάνω ή ότι έχει πολύ πικρία και την πικρία του την εξωτερικεύει.

    Ο Καρυωτάκης είτε σατιρίζει, είτε πενθεί για τη ζωή, ποτέ δεν απομακρύνεται από την ιδέα που κυριαρχεί στη σκέψη του, την απογοήτευση για το θέαμα του κόσμου και την ειλικρίνεια που τον διακατέχει.


ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λιώνουν καί τελειώνουν

σάν στῆλες δυό δυό μές στά γραφεῖα.

(Ἠλεκτρολόγοι θά ῾ναι ἡ Πολιτεία

κι ὁ Θάνατος, πού τούς ἀνανεώνουν.)

Κάθονται στίς καρέκλες, μουτζουρώνουν

ἀθῷα λευκά χαρτιά, χωρίς αἰτία.

«Σύν τῇ παρούσῃ ἀλληλογραφίᾳ

ἔχομεν τήν τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Καί μονάχα ἡ τιμή τούς ἀπομένει,

ὅταν ἀνηφορίζουμε τούς δρόμους,

τό βράδυ στό ὀχτώ, σάν κορντισμένοι

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τούς νόμους,

σκέπτονται τό συνάλλαγμα, τούς ὤμους

σηκώνοντας οἱ ὑπάλληλοι οἱ καημένοι.

 

Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

2017-04-07T00:40:59+00:00 Μάρτιος 23rd, 2017|Categories: Playback, Τέχνες|Tags: , , , , , , |Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κώστας Καρυωτάκης, Αδέσποτο τραγούδι
X