playback

    Τάκης Σινόπουλος, το μαύρο φως    

    Λάζαρος Οικονόμου    

 

 

Ο Τάκης Σινόπουλος ως το τέλος δημιουργούσε ένα σώμα, της ζωής και του έργου του, των λέξεων και της ποίησης. Μπήκε βαθιά μέσα σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι, ίδιο ο πόλεμος. Για πολλά χρόνια έζησε μέσα στον πόλεμο, παρατηρώντας με το μέτρο της ποίησης. Βίωσε ολοκληρωτικά τα χρόνια των δύο πολέμων, του γερμανικού και του ελληνικού Εμφυλίου. Παίρνει πτυχίο ιατρικής το 1944, τότε πεθαίνει ο μικρότερος αδερφός του από την πείνα. Μια διαδρομή ενός ταραγμένου βίου, λοχίας υγειονομικού το 1941 στον Αλβανικό πόλεμο, το ’45 επιστρατεύεται για να γίνει ανθυπίατρος, ενώ το ξέσπασμα του ανταρτοπόλεμου το ’46 τον βρίσκει γιατρό σε τάγμα του πεζικού. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου μεταφέρεται από τάγμα σε τάγμα, τον Μάιο του ’49 αποστρατεύεται. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αλλά και ο εμφύλιος στην Ελλάδα είχαν καταλυτική επίδραση, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό πλαίσιο για την ανθρώπινη σκέψη και συνείδηση, επιφέροντας αλλαγές και στα εκφραστικά μέσα της τέχνης.

Ο Σινόπουλος  στα ταραγμένα χρόνια του πολέμου καταφέρνει να αναπτύξει τη γλώσσα, να εμβαθύνει στην τέχνη του διαβάζοντας συστηματικά Γάλλους και Άγγλους ποιητές. Γράφει κριτικά κείμενα, μεταφράζει ποιητές, αναμεσά τους ξεχωρίζει του Γάλλους Ρενέ Σαρ (René Char), Αντονέν Αρτώ (Antonin Artaud) αλλά και δοκίμια όπως επίσης πεζογραφία. Τον ενδιαφέρει μέσα από τη μελέτη, τη λογιοσύνη κατά το σεφερικό του πρότυπο, να φτιάξει το πρόσωπο της δικής του ποίησης.

Η ποίηση του είναι κατεξοχήν βιωματική και υπαρξιακή, αναπλάθοντας την ατμόσφαιρα του πολέμου με την μελαγχολία και την προσμονή μαζί, αδιαχώριστες. Το πρώτο ποίημα της συλλογής Μεταίχμιο (1951) είναι το «Ελπήνωρ» για τον φίλο του Φώτη Πασχαλινό.

  Ένα μεσημέρι, καλοκαίρι του 1944, με φοβερό ήλιο και ζέστη, περνώντας από το Πεδίο του Άρεως, κάθισα εξαντλημένος από την πείνα και την κούραση της κατοχής σ’ ένα παγκάκι. Πρέπει να με είχε ζαλίσει πολύ ο ήλιος και η εξάντληση. Ξαφνικά στον άσπρο μικρό δρόμο, μες στο φως, πέρασε μπροστά μου η φιγούρα ενός φίλου μου ποιητή, που τον σκότωσαν οι Γερμανοί έπειτα από φρικτά βασανιστήρια στην Πάτρα το 1942. Ήταν ο Φώτης Πασχαλινός. Γυρίζοντας στο σπίτι μου έγραψα τον «Ελπήνορα». Αλλά εκείνο που για μένα έχει σημασία είναι πως το όραμα αυτό σφράγισε αποφασιστικά ένα μεγάλο μέρος, το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής μου.

Ξαναζωντανεύει με την ποίηση του ένα τοπίο θανάτου συνθέτοντας από την αρχή τη διαλυμένη τραγική εποχή. Μια αναμέτρηση με τη δύναμη του λόγου, την κορύφωση των αναμνήσεων και της θλίψης, τον αγώνα για την αυτογνωσία. Περνάει από το θάνατο για να αναζητήσει το γίγνεσθαι, να βρει τη λύτρωση. Η Γνωριμία με τον Μαξ (1951) ανοίγει το δρόμο σε μια στοχαστικότητα, σε ένα όνειρο σωτηρίας πέρα από την ατέρμονη σκληρότητα της ζωής. Ο ήλιος βγαίνει ματωμένος σε ένα ερημικό και άνυδρο τοπίο, μέσα από τον άνθρωπο γνωρίζουμε τις ιδέες.

Ποιητικά του υλικά είναι το βίωμα, η ιδέα, η φθορά. Ισχυρός τρόπος έκφρασης η αντίστιξη, εφαρμόζει το φως παράλληλα με το αντίθετο του, το σκότος, τη σκιά, το μαύρο, το πένθος. Η λειτουργία της αντίθεσης είναι κυρίαρχη, σκηνοθετώντας εικόνες ακμαίας ζωής, ερωτικού πάθους, ομορφιάς με νεκρούς ερείπια και καταστροφή. Στο Νεκρόδειπνο (1970) οι εικόνες των νεκρών μας κατακλύζουν κι είναι αυτές που ενισχύουν τη λαχτάρα για ζωή. Οι εικόνες  εναλλάσσονται μεταξύ της μνήμης και του παρόντος, λιτές, κινηματογραφικές στην τεχνική τους. Το κλίμα του θανάτου, το σκοτάδι δένεται με το ερωτικό πάθος, το φως με μια ένταση εκπληκτική. Αντίρροπες δυνάμεις μοιάζουν εξισορροπημένες, σε μια ατέρμονη πορεία ενοποίησης. Το φως ορίζει το θάνατο, το μαύρο φως φανερώνει μια συνύπαρξή. Η αμοιβαιότητα στην έλξη και την απώθηση χωρίς να υπάρξει ποτέ η ταύτιση.

Ο Σινόπουλος καταπιάνεται με το πρόβλημα της γλώσσας, σκέφτεται και προβληματίζεται για την ποίηση ως δημιουργία. Οι λέξεις, ο στίχος αλλάζουν σύσταση, μια μεταμόρφωση, η οποία καταλήγει στο δικό της σώμα, βασανίζοντας τον δημιουργό. Η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός αναμετρούνται με το ρεαλισμό της ιστορίας.

Ο Τάκης Σινόπουλος έζησε την οριακή εμπειρία της ύπαρξης έχοντας συνείδηση της ιστορικότητας των στιγμών, αποκαλύπτοντας τις εκρήξεις  αντιθετικών δυνάμεων σε μια ποίηση, όπου οι «λέξεις φωτίζονται από ένα παράξενο φως, αλλάζουνε ρυθμό και σημασία

 

ΕΛΠΗΝΩΡ

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πως θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποτάμι το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ΄ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ΄ αυτή τη χώρα;
Είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ΄ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε στην άκρη του γιαλού
ν΄ ακούς τ΄ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; Πώς βρέθηκες σ΄ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι πετρωμένασ΄ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

2017-04-07T00:41:23+00:00 Φεβρουάριος 17th, 2017|Categories: Playback, Τέχνες|Tags: , , , , |