playback

Τ.Σ. Έλιοτ

Έξω από τα όρια του χρόνου

Λάζαρος Οικονόμου

 

 

Τ.Σ. Έλιοτ

Ο Τόμας Στερνς Έλιοτ κατάφερε να ανατρέψει το λεκτικό κατεστημένο της Αγγλικής ποίησης με όλες τις προεκτάσεις στην Παγκόσμια ποίηση. Η προτεραιότητα του όπως καταγράφεται στο συνθετικό ποίημα « Η Έρημη χώρα» είναι να διαπιστωθεί με απόλυτη ειλικρίνεια μέσα στην ποίηση η ελεεινή κατάσταση της ανθρωπότητας και ειδικότερα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η Έρημη χώρα είναι ένας εκπεσμένος, ερειπωμένος – έρημος, τεράστιος χώρος, πιο εύστοχα χωρόχρονος, η σκηνή όπου παίχτηκαν όλες οι πράξεις – φάσεις- του πολιτισμού της ανθρωπότητας και η τελική, ίσως πια, καταστροφή του. Με την Έρημη Χώρα ο Έλιοτ φανερώνει το βαθύτερο είναι της ποίησης, το συμβολικό. Η Έρημη χώρα είναι το γνωστότερό του ποίημα τυπωμένο το 1922, μια γραφή εξαιρετικά ολιγόλογη και περιεκτική. Απεικονίζει τα γενικότερα χαρακτηριστικά της ποίησής του, μια νέα γραφή που εξοβελίζει το συναισθηματισμό προκρίνοντας την ακριβολεξία, επιβάλλοντας στη γλώσσα της ποίησης μια άλλη διάσταση, εξωσυναισθηματική. Ολόκληρο το ποιητικό έργο του Έλιοτ μετρά περίπου διακόσιες σελίδες. Σε σύγκριση με άλλα ποιητικά έργα που αποτέλεσαν αφετηρία νέας γραφής ο Έλιοτ μοιάζει να χρησιμοποιεί μια γλώσσα τηλεγραφικού κώδικα. Μαζί με τον Μπωντλαίρ μοιράζεται το προνόμιο να έχει αλλάξει την πορεία της παγκόσμιας ποίησης με ένα έργο που είναι εύκολο να μετρήσουμε τις λέξεις του.

Ο Έλιοτ μπόρεσε να αποδεσμεύσει την ποίηση από πολλά μορφολογικά της χαρακτηριστικά, μια ακολουθία αυτοδεσμεύσεων διακοσμητικού κυρίως χαρακτήρα, όπως το μέτρο, η ομοιοκαταληξία. Επαναφέροντας στη μνήμη μας έργα του παρελθόντος, από τα πιο σημαντικά, που δεν είχαν ούτε μέτρο, ούτε ρίμα, όπως οι Ψαλμοί του Δαβίδ. Και άλλα τα οποία χρησιμοποιούσαν το μέτρο για μνημοτεχνικούς σκοπούς, όπως τα ομηρικά έπη. Το κρίσιμο είναι ότι προσέδωσε στην ποίηση μια διανοητική υπόσταση χωρίς αγκυλώσεις, ευέλικτη. Με αίσθηση του χιούμορ, ευρυμάθεια, συνειδητή παρατήρηση και καταγραφή των ψυχικών διακυμάνσεων, η ποίηση του Έλιοτ αναγνώριζε το ιστορικά καίριο και το έδενε σε στίχους.

Η ιστορία αποτελούσε για τον ίδιο μια ανεξάντλητη πηγή με ένα τρόπο σύνθετο, καθώς δεν την αντιμετώπιζε ως μια αναπόληση των περασμένων, αλλά ως κάτι απόλυτα σύγχρονο, ζωντανό που συμπλέκεται σε ένα σύνολο. Έβλεπε την απόσταση μεταξύ των διαφορετικών ιστορικών περιόδων να  καταργείται και το παρελθόν μπορούσε να ιδωθεί με τα μάτια του παρόντος. Η ευρυμάθεια του τον οδηγεί να εμπλουτίζει τα γραπτά του με παραθέματα, παραφράσεις, υπαινίξεις ξένων στίχων, κάνοντας το έργο του να μοιάζει με ψηφιδωτό. Νιώθει μια πνευματική αλληλεγγύη με τους ομότεχνους του και πολλές φορές παραθέτει αυτούσια τα κείμενα τους μέσα στο δικό του κείμενο, δημιουργώντας ένα σύγχρονο, νέο σώμα.

Ο αντιλυρικός, λιτός λόγος του Έλιοτ χαρακτηρίζεται από μια δραματικότητα, μια θεατρική μορφή που γεννά το συναίσθημα με ένα βιωματικό τρόπο. Ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει μέσα από υπαινιγμούς, την ευαισθησία και τη συγκίνηση συνειδητά. Δεν είναι ανεξάρτητη αυτού του σκοπού του η στροφή προς το θέατρο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δημιουργεί μια σειρά από θεατρικά έργα που σε όγκο είναι τετραπλάσια από το ποιητικό του έργο. Έχοντας από το 1944 σταματήσει να γράφει ποίηση, ασχολείται και με το δοκιμιακό λόγο, μια ενασχόληση που είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίς λόγω και της βαθιάς φιλολογικής του κατάρτισης. Με τα δοκίμια και τα κριτικά του κείμενα αναλύει πολύπλοκα και ευαίσθητα θέματα με απόλυτη διαύγεια και σαφήνεια σκέψης, σχεδόν προφορική.

Ο Έλιοτ ως εκφραστής ενός νέου ποιητικού χώρου, όπως πολλοί πρωτοπόροι καλλιτέχνες είδε να του αρνούνται τον τίτλο της τέχνης στα έργα του, αλλά στο τέλος επιβραβεύτηκε και  δημιούργησε σχολές. Δεν καυχήθηκε πως έφτασε στο απόγειο του σκοπού του αντίθετα σημείωνε εμφατικά: «θεωρώ το σημερινό μας έργο, σαν έργο της πρώτης γενιάς˙ η μεγαλύτερη ελπίδα μου είναι, ότι θα βάλουμε μερικά θεμέλια, που επάνω θα έρθουν άλλοι να χτίσουν».

 


 

«Προύφροκ και άλλες παρατηρήσεις»
(απόσπασμα)
ΙΙΙ
Σήκωσες από το κρεβάτι μια κουβέρτα
Ανάσκελα έχεις ξαπλώσει και προσμένεις.
Αποκοιμήθηκες και πρόσμενες τη νύχτα να σου φανερώσει
Τις χίλιες βρόμικες εικόνες
που συνθέταν την ψυχή σου.
Τρεμόπαιζαν εκείνες στο ταβάνι.
Κι όταν εξαναγύρισε ο κόσμος όλος
Και τρύπωσε το φως μεσ’ από τα παντζούρια
Και άκουσες στις υδρορροές τα σπουργίτια,
Είχες ‘να τέτοιο όραμα του δρόμου
Που και ο δρόμος δεν μπορούσε να το νιώσει.
Καθισμένος στου κρεβατιού την άκρια
Τσαλάκωνες χαρτάκια από τα μαλλιά σου,
Ή φούχτιαζες τις κίτρινες πατούσες των ποδιών σου
Μες στις παλάμες των δύο βρόμικων χεριών σου.

Μεταφρ. Μερόπη Οικονόμου

2017-11-02T22:21:49+00:00 Νοεμβρίου 2nd, 2017|Categories: Playback, Τέχνες|Tags: , , , , |