Ο Σινεμάς   

 

Αριστοτέλης Ιωάννου

διήγημα

Σε μια κάμερα και οι ήχοι στεγνοί όπως είναι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι με τα πόδια γυμνά, δένω τα κορδόνια στο ίδιο σημείο. Ο πόνος ακολουθεί ως το γόνατο, τεντώνει την πλάτη και με αφήνει. Πατάνε δυνατά τα πόδια στη σκάλα, η πόρτα  ανοίγει στους δρόμους της πόλης.  Κι έπειτα μια άλλη πόρτα σιδερένια κομμένη στο πλάι για να χωρέσουν δυο πράσινες εσοχές. Ξημερώματα οι μηχανές ανεβοκατεβαίνουν αδιάκοπα, αδιαφορούν για λίγη ησυχία. Πατώ ένα κόκκινο κουμπί για μια στιγμή. Όσο χρειάζεται να σηκώσω τους ώμους, σταματούν όλα. Ξαναρχίζουν με το δικό μου χτύπημα. Είναι ο ρυθμός της μέρας, μονότονος, ταυτόχρονα αξεπέραστος σε διάρκεια. Η συμφωνία ήταν ξεκάθαρη, έπρεπε να φύγω για μικρό διάστημα, ώσπου να μαζέψω τα απαραίτητα. Δουλειά στα χέρια μου δεν είχα. Θα επέστρεφα με την πρώτη ευκαιρία, αν έβρισκαν οτιδήποτε ειδοποιούσαν, τους είχα εμπιστοσύνη. Υπέγραψα το συμβόλαιο σε μια άλλη γλώσσα, δεν την ήξερα. Είχα μάθει να διαβάζω μόνο το φεγγάρι, από τη νύχτα, το πρωινό, μέχρι να σκοτεινιάσει. Είπα θα πάω για τρία χρόνια, έτσι βγαίνουν τα λεφτά. Βρέθηκα σε ένα μαύρο δωμάτιο, με ατελείωτους μαύρους στενούς δρόμους χωρίς να βλέπω που ακριβώς οδηγούν. Έβγαινα έξω κι έβαζα σημάδι το κλειδωμένο ποδήλατο, το έβρισκα πάντα στην ίδια θέση. Από την πρώτη μέρα ρώτησα για το ταχυδρομείο μήπως μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος. Είχα πει στον Ηλία να μου γράφει, του είχα δείξει τον τρόπο να σημαδεύει τις ερωτήσεις στο χαρτί και στη μνήμη. Τα γράμματά του τα έβλεπα το βράδυ πριν κοιμηθώ, πλάνα που άλλαζαν διαρκώς.

– Ο μπαμπάς σου τι δουλειά κάνει;

– Είναι σινεμάς.

 Καμιά φορά ο διπλανός στο δωμάτιο ακούει ραδιόφωνο, είναι μια μουσική παγωμένη, άδεια. Δεν μπορώ να τη συνδυάσω με τίποτα. Έχουν βάλει χωρίσματα από κόντρα πλακέ, περνάνε όλοι  μέσα σου, ζεις μαζί τους αναγκαστικά. Ολόκληρο σπίτι δε βρίσκεις να πληρώνεις εκτός αν είναι αποθήκη για παλιοπράματα. Εντάξει, είπα είναι άδικο. ‘Ίσως  καλύτερα με το άδικο παρά με το φταίξιμο. Κλείδωσα το μυαλό σε αυτό το πρόγραμμα και μετρούσα κάθε αποτέλεσμα, ήταν τουλάχιστον αξιοπρεπές. Μάθαινα ότι αναγνωρίζουν την συνεισφορά και χαίρονταν που περνούσα τόσο καλά. Φρόντιζα οι κάρτες να έχουν χρώματα, κρατούσα το ασπρόμαυρο για μένα. Αρκετό φως δίνει ακόμα και μία λάμπα στο σκοτάδι.

ο Σινεμάς διήγημα Αριστοτέλης Ιωάννου
2017-04-07T00:09:14+00:00 Μάρτιος 11th, 2017|Categories: Σε 1', Τέχνες|Tags: , , , , |