Δύο καλοκαίρια   

Αριστοτέλης Ιωάννου

διήγημα

Όμορφος, ναι ήμουν όμορφος. Όσοι με γνώριζαν ήταν η πρώτη κουβέντα, το ήξερα και έκανα ασυναίσθητα μια κίνηση που έδειχνε την αυταρέσκεια μου. Έφερνα τα μακριά λευκά δάχτυλα κι άφηνα τα μαλλιά στο πλάι. Αέρινος χωρίς πτυχώσεις, λείος, καμία ουλή δεν υπήρχε κανένα σημάδι, ούτε ένα αυλάκωμα στους αγκώνες, στα γόνατα. Αδιάφορος για τα ανήμερα πάθη, τις άγριες στιγμές στον προθάλαμο της νύχτας. Ήθελα τρυφερότητα, φροντίδα και απολάμβανα τον χρόνο. Όπως στέκεται στο δέρμα σιγά σιγά ανεβαίνει, ανακαλύπτει το νέο σώμα, ένας τριγμός, κατεβαίνει σε διαφορετικά σημεία, κερδίζει έδαφος, προορισμός η απόλυτη παραίσθηση. Άφηνα τις ώρες να περνούν κάτω από ένα μοναδικό άγγιγμα, έσβηνε γύρω μου το τοπίο και μαζί του οι άνθρωποι. Συγκεντρωνόμουν στην ανεπαίσθητη υφή του χεριού και μετά του προσώπου, γύρω από τα βλέφαρα, το λαιμό, τα χείλη. Αν κάποιος μας παρατηρούσε από μακριά θα νόμιζε ότι είμαστε στα προκαταρκτικά, αντίθετα βρισκόμασταν στην κορύφωση της ηδονής, με τα επακόλουθα να είναι μόνο μια πράξη συνέχειας. Οι παραλίες  στρωμένες χρυσαφένια άμμο περίμεναν να ξαπλώσουμε, τα βράχια υψώνονταν για να μας προφυλάξουν από τα αδιάκριτα βλέμματα, ο ουρανός αδιάψευστος μάρτυρας της αχόρταγης απόλαυσης κι ο ήλιος τιμωρητικά να μας καίει στο μέτωπο. Αναπολώ ακόμα εκείνες τις μέρες όταν βλέπω τη θάλασσα να γαληνεύει και τις σκιές μέσα στα δέντρα άδειες. Το καλοκαίρι με προλαβαίνει απροετοίμαστο όπως η καταιγίδα στη μέση του δρόμου, ψάχνω ένα μέρος να κρυφτώ. Είναι ανυπόφορη η ζέστη, ο καύσωνας, το καθαρό χρώμα του ουρανού και της θάλασσας. Συνήθως βρίσκομαι εκτός, έτσι απαντώ, ώσπου να έρθει το φθινόπωρο ή κατευθείαν ο χειμώνας. Οι διακοπές μια ακούραστη αναμέτρηση με τα φαντασμένα σχέδια, τις εξιστορήσεις των περασμένων, τα γυμνά ιδρωμένα βράδια. Η σκέψη καρφώνεται εκεί, την ακούς μέσα στο κεφάλι, ντουκ, ντουκ, θέλεις να σηκωθείς αλλά κάνει τόση ζέστη που στριφογυρίζεις, ψάχνοντας την παντοτινή ανάσκελη στάση σου. Συνήθως αφήνομαι στην τύχη μου και αποκοιμιέμαι. Με παρατηρώ ξαπλωμένο να αναζητώ στήριγμα. Είναι όλα  ισοπεδωμένα και το σώμα μένει ανάποδα παρατημένο. Κανονίζω κάτι για πιο αργά, δεν λέω ακριβώς τι ώρα. Μετά τις 12 είναι καλά. Συνήθως δεν πάω, όχι ότι με περιμένει κανείς, αλλά πρέπει να κρατάμε τις υποσχέσεις, ιδιαίτερα εκείνες που έχουμε κάνει πάνω στο παραμιλητό μας. Θα αγαπώ τους φίλους μου, δε θα πω ψέματα στον αδερφό μου, θα πληρώσω κανονικά το εισιτήριο. Μια φορά ακόμα, έχω την ελευθερία παραγραφής. Αν θυμάμαι με είχες πει ανεύθυνο, τότε που βούτηξα  στη θάλασσα και σου έριξα άμμο. Σε είχα φιλήσει μπροστά στον κόσμο, τέτοιο θράσος. Σειρά σου τώρα, ρίξε μου ένα μεγάλο βότσαλο, σημάδεψε καλά, κατευθείαν στο κρανίο κι ίσως καταφέρεις να ξεχάσω εκείνο το πρώτο καλοκαίρι.

Δύο καλοκαίρια
2018-05-08T21:58:58+00:00 Μάιος 8th, 2018|Categories: Σε 1', Τέχνες|Tags: , , , , |