Ο γλύπτης

Αριστοτέλης Ιωάννου

διήγημα

Μ’ αρέσει το καλοκαίρι να μαζεύω βότσαλα, στην άμμο βρίσκω κάποια μικροσκοπικά. Τα χάνω καθώς αδειάζω τις τσέπες απ’ το μπαλκόνι στους περαστικούς. Χειμώνας και βρίσκω πολύτιμα πετρώματα στους βράχους, τα σπάω σε σχήματα ακανόνιστα. Μ’ αρέσει να κοιτάω μέσα, τα διάφορα επίπεδα της ύλης. Δεν είμαι άσχετος με αυτά, όχι ότι θα πείραζε. Αν ήμουν γεωλόγος θα είχε μια σημασία επιστημονική. Δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο, είμαι χειρώνακτας. Με καταλαβαίνουν στην χειραψία, αν σου πιάσω το χέρι νομίζεις ότι θα σπάσει. Το κάνω ασυναίσθητα, πάντα είχα μια τάση να δείχνω τη συναισθήματα μου δυνατά, πίστευα ότι η αγάπη είναι άθραυστη.

Στις πέτρες ανακαλύπτω μορφές, ολόκληρα σώματα φροντισμένα,  καθαρά, με τα χείλη τους καλοσχηματισμένα, κλειστά βλέφαρα και μια φωνή στέρεη. Ξεπροβάλλουν λες και έπαιζαν κρυφτό, τόσο γνωστά, οικεία όπως το πρόσωπο στον καθρέφτη. Κοιτάω ξανά, ταυτόχρονα σύνθετα, σκληρά, συνώνυμα του χρόνου που αλλάζει την όψη. Μένει ένα παράξενο σύνολο, μύτες, παλάμες, μάτια σε αποσύνθεση. Και από πέτρα να ήμουν θα είχα χαλάσει, μέσα στην αναταραχή με την αγωνία να πάρω σχήμα. Τρέχω στο πλήθος των διαμαρτυρομένων. Θα έβγαινα, λείος όγκος συμπαγής που σχίζεται στα δύο, η ακατανίκητη έλξη της επιφάνειας.

Καμιά φορά έτσι όπως χτυπάω τις πέτρες νιώθω να είμαι από το ίδιο υλικό, τραντάζομαι μαζί, αναπνέω τις αιωρήσεις τους. Όσα σκέφτομαι είναι οι ατέρμονοι στοχασμοί τους. Βλέπω στο βάθος να έρχονται συγγενείς που δεν πρόλαβα, ψιθυρίζοντας ακατάληπτες ιστορίες, σκόρπια αποσπάσματα μιας ηλικίας φευγάτης. Ξεχνιέμαι στη σκαλωσιά με τον τροχό να δουλεύει, συγκεντρώνομαι στο ενδεχόμενο της πτώσης, χωρίς να αφήνομαι. Φαντάζομαι έναν φίλο να φθάνει, δεν ξέρει πρώτες βοήθειες. Φωνάζει ένα όνομα για να δει αν ζω. Κι εγώ περιμένω μέχρι να φύγει ο πόνος, ώσπου κουνά το κεφάλι μου με μανία σαν χαλασμένο κασετόφωνο. Κι ο τροχός ανοιχτός πριονίζει τη γη. Κανείς δε σκέφτηκε να τον κλείσει.

Φτιάχνω κυρίως δάχτυλα γιατί δεν είδα πότε από κοντά το φεγγάρι, κι ό,τι μου ‘ρθει γενικώς, μένω αδιάφορος στις θεματολογίες. Σκαλίζω στη θέση του ανέμου, της θάλασσας, της απέναντι ματιάς που είδε την απειροελάχιστη κίνηση για να περιγράψει τη σιωπή.

Έκανα μια επιλογή να μην έχω που να τα βάλω, στην πραγματικότητα και να ήθελα δε θα μπορούσα να τα κουβαλήσω. Τα αφήνω στο φυσικό τους χώρο, σε μια παραλία, σε ένα οροπέδιο, σε κάποιο πάρκο, στη μέση της κεντρικής πλατείας. Συνήθως προκαλούν το ενδιαφέρον, γράφουν πάνω με στυλό διαρκείας, κάνουν σχέδια με μαρκαδόρους, σπάνια έχω δει συνθήματα. Καθετί ζωντανό δεν μπορεί να είναι προστατευμένο, τα βγάζει πέρα ανασαίνοντας. Κι όταν του κόβουν την ανάσα, βάζει σκοπό το όνειρο.

Ο γλύπτης
2018-02-22T13:28:21+00:00 Φεβρουάριος 22nd, 2018|Categories: Σε 1', Τέχνες|Tags: , , , |