Κυριακάτικα   

Αριστοτέλης Ιωάννου

διήγημα

Το πρωί ανοίγοντας την πόρτα είδα το παράθυρο κλειστό. Τόσο κλειστό, έριχνε μια μαύρη σκιά κι έμοιαζε να κολλά όπως τα ζαχαρωτά στα δόντια. Μια γεύση ξημερώματος  με υπνηλία, είναι πάλι επίμονα αργά. Τραβώντας, μπήκε το φως τρέχοντας, χτύπησε στην εξώπορτα κι επέστρεψε γρατζουνώντας το μέτωπο. Πρόλαβα να κατεβάσω τα στόρια με ανακούφιση. Ξεκινούσε η μέρα, χωρίς βροχή, σύννεφα απλωμένα στις ταράτσες. Με τον ήλιο να κάνει το συνηθισμένο δρομολόγιο, ασυνείδητα επαναλαμβανόμενος. Για άλλη μια φορά ξεγελιέμαι στο σκοτάδι του διαμερίσματος. Νομίζω στα σκοτεινά πώς δε θα φανεί. Κι όμως είναι όλα εκεί, τα μπλεγμένα μαλλιά, οι ξεχασμένες άσπρες τρίχες μπαινοβγαίνοντας στις μαύρες τούφες, οι υγρές σελίδες του χθεσινού ξεφυλλίσματος. Τα μαζεύω όπως, όπως και τσουβαλιάζω πλαστικά, χάρτινα, μερικά κομμένα γυαλιά. Κρεμάω το σακίδιο στην πλάτη και βγαίνω, με δυο σακούλες σπασμένες, να αφήνουν σταγόνες επιστροφής. Απέναντι συναντώ τον κάδο, καθώς πατώ το μοχλό, βγάζει στριγκλιές. Σηκώνω το χέρι, πριν προλάβω, οι σακούλες τρομάζουν, υποχωρούν άτακτα. Τα υπολείμματα με προδίδουν λερώνοντας ό,τι περισσεύει, με το παντελόνι κάπου ανάμεσα να σέρνεται αμήχανα. Σπρώχνω τα γυαλιά, εκείνα μαγνητίζουν το βλέμμα , μέσα σε σιωπή που πετιέται τρομαγμένη. Μια σακούλα με προσπερνά, εκτοξεύεται από μακριά, καταφέρνει να περάσει ελάχιστα από το κεφάλι και προσγειώνεται στο καπάκι του κάδου, μένοντας ακαριαία εκεί. Στη στιγμή, άλλη με χτυπά με ιλιγγιώδη δύναμη στην πλάτη, πέφτοντας σχεδόν ανοιγμένη στο δρόμο. Έχω εγκλωβιστεί μετά από αναπάντεχη ήττα. Δε θέλω να γυρίσω πίσω να δω, ούτε να προχωρήσω φεύγοντας. Βρήκα λιγοστό κίνητρο στον ήλιο, που είχα να δω εδώ και καιρό. Ξεμακραίνοντας φέρνω το σακίδιο μπροστά, σπρώχνω το φερμουάρ και βγάζω το καπέλο. Άλλη μια σκιά για να συνεχίσω.

Κυριακάτικα