διήγημα

  Το Όνομα   

Αριστοτέλης Ιωάννου

Όποτε λέω το όνομα μου γελάνε δυνατά και μένω στο πλάι να κοιτάω παράξενα.
Εντάξει κάπως ασυνήθιστο για αγόρι, αλλά είναι απλώς ένα όνομα τίποτα περισσότερο,
τίποτα λιγότερο. Ένα φωνήεν και δυο σύμφωνα στην αρχή και στο τέλος. Δεν παίρνει υποκοριστικό, εξάλλου ποτέ δεν μου άρεσαν τα χαϊδευτικά, -άκης, -ούλης. Μόνο ο παππούς με φώναζε αλλιώς, ήμουν ο αγαπημένος εγγονός κι ας μην είχα πάρει το όνομα του. Όποιος δεν με ήξερε, φώναζε με ένα δυνατό «ε». Το «ε» αυτό ήταν τόσο άμεσο που γύρναγαν όλοι. Μετά ρώταγε πως με λένε, σταματούσα και σκεφτόμουν.
~ Τι θέλεις;
~ Πώς σε λένε;
~ Πες μου τι θέλεις!
~ Ποιανού είναι η μπάλα!
Κι έτσι δεν έπαιρνε ποτέ απάντηση, για αυτό το «ε» είχε γίνει κάτι σαν το δεύτερο όνομα μου. Ο Jonny για να με πειράξει με έλεγε άγνωστο Χ και μου άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισα να υπογράφω ως Χ.
~ Ρε συ ο άγνωστος Χ έφερε σήμερα μπισκότα.
~ Πάνω του!
~ Johnny φύγε, έλα μόνο ένα θα πάρεις!
Στο λύκειο ήταν η πιο καλή φάση, ο Johnny έκανε το θαύμα του, το όνομα μου είχε εξαφανιστεί δια παντός και δεν χρειαζόταν καν να συστηθώ. Με ήξεραν, ήμουν ο άγνωστος Χ.
Έχω ακόμα τα βιβλία που έγραφα περήφανα το καινούργιο όνομα με πολλούς τρόπους
σχεδόν σε όλες τις σελίδες. Οι καθηγητές το είχαν δεχτεί εκτός από την κυρία των Γερμανικών.
Όταν ερχόταν η σειρά μου ακουγόταν ένα παρατεταμένο χαχανητό και μια μπάσα φωνή
~ Ησυχία.
Η κυρία των Γερμανικών μου θύμιζε ότι είχα μια ταυτότητα παλιά που δεν μπορούσα να αλλάξω. Ήθελα να της πω, σταματά, Χ με λένε, άγνωστο Χ.
Όταν τελείωσα πια το σχολείο η μητέρα αποφάσισε να γυρίσουμε στη Γερμανία, εκείνη ήθελε να τελειώσει το διδακτορικό της κι εγώ να σπουδάσω σχέδιο.
~Και εκεί πως θα με λένε;
~Τι εννοείς;
~ Τίποτα.
Στη Γερμανία κέρδισα πίσω το όνομα μου, κι όλοι ήταν χαρούμενοι που είχα ένα τόσο κοινό όνομα. Το έλεγα αυθόρμητα χωρίς δεύτερη σκέψη. Αναγνώριζα το πρόσωπο μου στον σύντομο αυτό ήχο.
Κάθισα στο τραπέζι κι έπιασα το ποτήρι, είτε είναι γεμάτο είτε είναι άδειο, μου κλείνει το μάτι.

Το Όνομα - Αριστοτέλης Ιωάννου