ιδεόγραμμα

   Ελέω φιλανθρωπίας   

  Γιάννης Αθανασόπουλος  

 

Η φιλανθρωπία εμφανίζεται ως ένα καθήκον της περιόδου, μια αυτονόητη πράξη όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα. Η δυνατότητα αυτή ποικίλλει, από πολλά εκατομμύρια ευρώ μέχρι ένα πακέτο τρόφιμα, ένα εισιτήριο σε μια συναυλία, ή τα τελευταία ψιλά. Η φιλανθρωπία ευρύτερα αποτελεί αναπόσπαστο σώμα όχι μόνο της θρησκευτικής αλλά και  της κοινωνικής παιδείας, με την οποία γενιές μεγάλωσαν. Η προτεραιότητα στην ελεημοσύνη, η συμπαράσταση στους δυστυχισμένους και οι «καλές πράξεις», θεωρούνται από τα σπουδαία χαρακτηριστικά του ανθρώπου.

Υπάρχει μια διαρκής συζήτηση για την ανθρωπιστική κρίση, τις επιπτώσεις της και τον τρόπο αντιμετώπισης, κάτι που φυσικά σχετίζεται με το κοινωνικό κράτος, όπως επίσης με τη φιλανθρωπία. Η καλύτερη «ανθρωπιστική» πολιτική, προοπτικά, είναι αυτή που θα τείνει να καταργήσει την ανάγκη «ανθρωπιστικής πολιτικής»,  εξασφαλίζοντας εργασιακά, ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς επιδοματική στήριξη. Οι άνθρωποι που σε συνθήκες κρίσης δεν έχουν εισόδημα και χρειάζονται μια έκτακτη στήριξη υπέστησαν την πολιτική καταστροφή, ενός συστήματος και μιας πολιτικής ηγεσίας που απέτυχε στην Ελλάδα αλλά και Ευρωπαϊκά. Η υπερηφάνεια αυτών των ανθρώπων συστηματικά πλήττεται, όταν εγκαλούνται ως υπεύθυνοι της κατάστασης τους. Στον αντίποδα καλλιεργείται η πονοψυχία και η ταπείνωση, τη στιγμή που δεν εξασφαλίζονται τα μέσα για να μπορεί ο καθένας να κερδίζει τη ζωή του.

Για να γίνει αντιληπτό σε ποια δεκαετία έχει επιστρέψει η Ελλάδα, είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από το βιβλίο του About Edmond ( Αμπού Έντμοντ), Η Ελλάδα του Όθωνος, η σύγχρονη Ελλάδα του 1854.

« Οι ζητιάνοι τριγυρίζουν στους δρόμους της Αθήνας. Άλλοι απευθύνονται στους διαβάτες μέσα στους δρόμους ή στους περιπάτους, άλλοι πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι. Αν βρουν ανοιχτή την πρώτη πόρτα μπαίνουν στην αυλή και φωνάζουν με μια παραπονιάρικη φωνή. Αν κανένας δεν τους απαντά, μπαίνουν μέσα στους διαδρόμους. Αν δεν συναντήσουν εκεί ούτε τους νοικοκύρηδες ούτε άλλους, μπαίνουν στο πρώτο δωμάτιο που θα βρουν, Αν το δωμάτιο είναι έρημο, κάνουν οι ίδιοι μια ελεημοσύνη στον εαυτό τους

Στην Ελλάδα από το 19ο αιώνα ανθεί η ιδιωτική φιλανθρωπική δραστηριότητα καλύπτοντας την ανυπαρξία της κρατικής μέριμνας, την εποχή που η ελληνική κοινωνία μετρά ιστορικές πληγές (Πόλεμος του 1897, Βαλκανικοί πόλεμοι). Από τα μέσα του 19ου αιώνα μονιμοποιείται σε τέτοια βαθμό η οικονομική ενίσχυση του κράτους από τους ευεργέτες, ώστε φθάνει να υποκαταστήσει την κρατική μέριμνα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην ίδρυση πολιτιστικών ιδρυμάτων. Οι δωρεές εξασφαλίζουν την κάλυψη θεμελιωδών αναγκών του κράτους, όπως τη στέγαση των υπηρεσιών του, χωρίς να επιβαρύνεται το δημόσιο ταμείο. Αυτό έχει ως συνεπεία τη συμβολική παρουσία του κράτους σε σειρά τομείς, κατεξοχήν δημόσιους. Εκεί που όφειλε η κρατική παρέμβαση να είναι ουσιαστική, αυτοτελής και ενταγμένη στον προϋπολογισμό. Προκειμένου να αντιληφθούμε το ύψος της οικονομικής προσφοράς των ευεργετών, είναι αρκετό το άθροισμα των δέκα μεγαλύτερων δωρεών για πολιτιστικούς σκοπούς στο διάστημα 1830- 1870, 25 εκατομμύρια δραχμές, ξεπερνώντας τον προϋπολογισμό του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων για εκείνη την περίοδο. Μεμονωμένα άτομα, έχοντας την οικονομική δυνατότητα ιδρύουν, λειτουργούν και συντηρούν, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία. Ο Συγγρός, ο Χατζηκώνστας, ο Παμπούκης, ο Αρεταίος, ο Δρομοκαΐτης και πολλοί άλλοι συγκροτούν οικονομικά, φιλανθρωπικά ιδρύματα. Η βασιλική οικογένεια παίρνει υπό την προστασία της φιλανθρωπικά ιδρύματα θέλοντας να προβάλλει το ρόλο της και προσωποποιώντας τη συνεισφορά της.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 20 ου αιώνα αρχίζουν τα νομοθετικά δείγματα κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ωστόσο η φιλανθρωπική δραστηριότητα εξακολουθεί να παίζει πρωταρχικό ρόλο σε ιδεολογικό επίπεδο και να είναι απαραίτητη κινητήριος δύναμη της κρατικής. Ενώ μοιάζει φυσιολογικό οι εύποροι Έλληνες να ενισχύουν όσους έχουν ανάγκη, το αποτέλεσμα είναι να συντηρείται ένα καθεστώς στον τομέα των κοινωνικών παροχών που δρα ανασταλτικά στην ανάληψης κρατικής πρωτοβουλίας στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Η κρατική παρέμβαση παραμερίζεται, ταυτόχρονα στο ιδεολογικό επίπεδο διαμορφώνεται μια αντίληψη που βλέπει την φιλανθρωπία ως κοινωνικό καθήκον του κάθε πολίτη, καθιερώνοντας το ρόλο των ευεργετών. Το κυρίαρχο υπόβαθρο, το οποίο προάγει τη φιλανθρωπία είναι μια συγκίνηση, η οποία λειτουργεί ενισχυτικά τροφοδοτούμενη συναισθηματικά. Η υποχρέωση και το μέλημα της κρατικής κοινωνικής πολιτικής μετατρέπεται σε προσωπικό καθήκον και υποχρέωση των πολιτών μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Με αυτό τον τρόπο συστηματοποιείται η εικόνα ενός κράτους που από τη μια πλευρά δεν παρεμβαίνει ως οφείλει για να άρει τις αρνητικές κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης ορισμένων πολιτών και από την άλλη πλευρά αναθέτει αυτό το ρόλο στα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού συνόλου, τα οποία στην πλειοψηφία τους βιώνουν την εκμετάλλευση και την οικονομική αγωνία. Η παρότρυνση για φιλανθρωπική δράση δεν αποβλέπει μόνο στην παροχή βοήθειας προς τους «δυστυχείς» αλλά και στην προβολή αυτής αδιαχώριστα από τη δημόσια δράση. Το κράτος σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζει την ιδιωτική φιλανθρωπία ως δική του δραστηριότητα.

Οι «απόκληροι» της κοινωνίας παρουσιάζονται σε όλη τους τη δυστυχία όχι ως κοινωνικά σύνολα, αλλά ως μεμονωμένα άτομα. Η προσωπική επικοινωνία και γνώση του προβλήματος ενεργοποιεί τη συναισθηματική εμπλοκή και υπαγορεύει τη μερική κάλυψη. Ο κάθε αποκλεισμένος απευθύνεται ατομικά σε μια μονάδα του κοινωνικού συνόλου για να επιλύσει την οικονομική του εξαθλίωση. Δεν καλείται να διεκδικήσει συλλογική παρέμβαση, ούτε κρατική, αλλά αποκλειστικά επιζητά την ατομική. Το επίδικο της «βοήθειας» προκύπτει μόνο ως συνέχεια της προσωπικής ευαισθησίας, της ευσπλαχνίας που μπορεί να συμβεί λόγω μια ατομικής, συγκυριακής παρόρμησης. Η πράξη της ελεημοσύνης εξασφαλίζει μια διέξοδο στη συναισθηματική φόρτιση. Κάθε πολίτης ξεχωριστά οφείλει να αισθάνεται οίκτο και να αποδέχεται το ρόλο του ευεργέτη, λαμβάνοντας μια ηθική ανταμοιβή. Η ατομική πρωτοβουλία καταξιώνεται και το κράτος νομιμοποιείται να απέχει από ένα κοινωνικό, δημόσιο πρόβλημα που απαιτεί την άμεση ενεργοποίησή του.

Η κοινωνία με αυτό τον τρόπο χωρίζεται στους «απόκληρους» και τους «υγιείς» κοινωνικά, όπως χωρίζεται σε πλούσιους και φτωχούς. Ο συνδετικός, αποδεκτός και καθιερωμένος κρίκος είναι η ελεημοσύνη, αναγκαία για την προστασία των δυστυχισμένων. Αποδεκτή, επίσης, στάση είναι η εξάρτηση του φτωχού από τη γενναιοδωρία του ευεργέτη και η ευγνωμοσύνη απέναντι στο πρόσωπό του. Μια επιστροφή στη λογική των «φιλόπτωχων» ομίλων του 19ου αιώνα με τα φώτα των φαντασμαγορικών stage, υπό τους ήχους γνωστών τραγουδιών με χορωδίες και μπάντες.

φιλανθρωπία